αλυχτώ


αλυχτώ
αλυχτάω / αλυχτώ (παρατατ. συνήθως -ούσα), αλύχτησα βλ. πίν. 58

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλυχτώ — ( άω) 1. υλακτώ, γαβγίζω 2. φωνάζω, βρίζω 3. φρ. «αλυχτάει μα δεν δαγκάνει», θορυβεί, δημιουργεί φασαρία χωρίς να είναι επικίνδυνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < μτγν. ἀλυκτῶ* ΙΙ. ΠΑΡ. νεοελλ. αλυχταίνω, αλύχτημα, αλυχτησιά, αλυχτιά. ΣΥΝΘ. νεοελλ. αλυχτομανώ …   Dictionary of Greek

  • αλυχτώ — ησα 1. μτβ., απειλώ κάποιον με γαβγίσματα: Τα σκυλιά αλυχτούσαν τους περαστικούς. 2. αμτβ., γαβγίζω: Τα σκυλιά αλυχτούσαν όλη τη νύχτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλυχταίνω — αλυχτώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀλυχτῶ με μεταπλασμό κατά τα ρήματα σε αίνω (πρβλ. ζεσταίνω, χορταίνω, θερμαίνω)] …   Dictionary of Greek

  • αλυχτομανώ — ( άω) 1. αλυχτώ, γαβγίζω με μανία 2. κραυγάζω, φωνάζω δυνατά. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλυχτώ + β΄ συνθ. μανώ*. ΠΑΡ νεοελλ. αλυχτομανητό, αλυχτομανιό] …   Dictionary of Greek

  • αλυκτώ — (I) ἀλυκτῶ ( έω) (Α) [ἀλύω] βλ. αλυκτάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ἀλυκτὸς < ἀλυκ , θ. τού ρ. ἀλύσσω. ΠΑΡ. αρχ. ἀλυκτάζω]. (II) ( εω) (Α ἀλυκτῶ) υλακτώ* (για νεοελλ. ερμηνεύματα βλ. αλυχτώ). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑλακτώ, με αμοιβαία μετάθεση τών φωνηέντων υ και …   Dictionary of Greek

  • αλυχτησιά — η [αλυχτώ] το αλύχτημα …   Dictionary of Greek

  • αλυχτιά — η [αλυχτώ] το αλύχτημα …   Dictionary of Greek

  • αλυχτουρώ — ( άω και έω) 1. γαβγίζω, ουρλιάζω 2. γκρινιάζω, παραπονιέμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρήμα σχηματίστηκε υποχωρητικά από το μσν. ἀλυχτουρυόμαι < ἀλυχτῶ + οὐρυόμαι. ΠΑΡ. νεοελλ. αλυχτούρισμα] …   Dictionary of Greek

  • αλύχτημα — το [αλυχτώ] υλακή, γάβγισμα …   Dictionary of Greek

  • ετιά — Ακατοίκητος ορεινός οικισμός (υψόμ. 510 μ.) του νομού Λασιθίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λεύκης. Στο χωριό σώζεται μια ενετική έπαυλη, γνωστή ως σπίτι του Μέτσου. * * * η η ιτιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιτέα, με μετάθεση φωνηέντων, πρβλ. αλυχτώ <… …   Dictionary of Greek